ΙΚΑ: Τί αλλάζει στις άδειες κύησης και λοχείας

6/3/2012 14:01
ΙΚΑ: Τί αλλάζει στις άδειες κύησης και λοχείας

Αλλάζει η χορήγηση της άδειας μητρότητας από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και πλέον η εργαζόμενη, ασφαλισμένη του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που πρόκειται να...γεννήσει παιδί, δικαιούται να επιδοτηθεί από τον ασφαλιστικό της φορέα λόγω κυοφορίας για 56 μέρες

(8 εβδομάδες) και λόγω λοχείας για 63 μέρες (9 εβδομάδες), εφόσον έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον 200 μέρες εργασίας κατά την προηγούμενη διετία πριν από από την πιθανή ημερομηνία τοκετού.

Προϋπόθεση για την επιδότηση είναι η αποχή από την εργασία της, σύμφωνα με υπεύθυνες δηλώσεις του εργοδότη και της ασφαλισμένης. Εάν ο τοκετός επέλθει πριν από την πιθανή ημερομηνία τοκετού, τότε οι υπολειπόμενες μέρες μεταφέρονται στον χρόνο λοχείας. Αντίθετα, αν ο τοκετός επέλθει μετά την πιθανή ημερομηνία, παρατείνεται ο χρόνος κυοφορίας, χωρίς αντίστοιχη μείωση του χρόνου λοχείας.

Σε περίπτωση ασθένειας που προέρχεται από την κύηση ή τον τοκετό, η παραπάνω άδεια παρατείνεται ανάλογα (πριν ή μετά την περίοδο των 8 εβδομάδων), χωρίς ωστόσο ταυτόχρονη καταβολή επιδομάτων μητρότητας και ασθενείας.

Κατά τον χρόνο της άδειας μητρότητας η γυναίκα δικαιούται αμοιβή από τον εργοδότη μέχρι να συμπληρωθεί ο ημερήσιος μισθός που ελάμβανε αν εργαζόταν. Στην περίπτωση που δεν έχει συμπληρώσει ένα έτος εργασίας στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται 15 μέρες συμπληρωματικών αποδοχών, ενώ μετά τη συμπλήρωση έτους εργασίας δικαιούται συμπληρωματικές αποδοχές ενός μήνα. Η άδεια μητρότητας θεωρείται πραγματικός χρόνος εργασίας για την καταβολή δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Δεν συμψηφίζεται σε καμία περίπτωση με την κανονική άδεια.

Τέλος, σύμφωνα με τον Ν. 3996/2011, απαγορεύεται καταγγελία της σύμβασης εργαζόμενης τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και για χρονικό διάστημα 18 μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.

Η εν λόγω προστασία εφαρμόζεται μόνο στις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και όχι στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες λήγουν κανονικά κατά την ημερομηνία που είχε προβλεφθεί εξαρχής.